English to Greek dictionary of medical terms

Search term or phrase in this TERMinator '. "." . '

Purchase TTMEM.com full membership to search this dictionary
 
 
Share this dictionary/glossary:
 

 
database_of_translation_agencies
 

SourceTarget
abductαπάγω
ablation, segregationδιαχωρισμός
abortionέκτρωση
abrasionαπόξεση
abscessαπόστημα
abscission, excisionεκτομή
absorbαπορροφώ
absorbentαπορροφητικός
absorptionαπορρόφηση
abstinenceαποχή
abstinenceεγκράτεια
abstractπερίληψη
abuseκακοποίηση
abuseκατάχρηση
acariάκαρι
acceleratorεπιταχυντής
accessoryβοηθητικός
acclimationεγκλιματισμός
acellularακυτταρικός
acetaldehydeακεταλδευδη
acetaminophenακεταμινοφαίνη
acetoneακετόνη
achromatopsiaαχρωματοψία
acicularβελονοειδής
aciniformλοβιοειδής
acinoseλοβιώδης
acinusλόβιo
acneακμή
acousticακουστικός
acousticsακουστική
acquiredεπίκτητος
acrodyniaακροδυνία
acronymαρκτικόλεξο
actionδράση
activityδραστηριότητα
acupunctureβελονισμός
adaptationπροσαρμογή
addictionεθισμός
adductπροσάγω
adenalgiaαδεναλγία
adenaseαδενάση
adenineαδενίνη
adenographyαδενογραφία
adenoidαδενοειδής
adenopathyαδενοπάθεια
adenosineαδενοσίνη
adequacyεπάρκεια
adherence, adhesionπροσκόλληση
adherence, fixationπροσήλωση
adhesionσύμφυση
adjuvantσυμπληρωματικός
adolescenceεφηβεία
adrenalεπινεφριδιακός
adrenalinαδρεναλίνη
adrenalitisεπινεφριδίτις
adsorptionπροσρόφηση
adultενήλικος
aerobeαερόβιος
aerobiosisαεροβίωση
aerophilicαερόφιλος

Want to see more? Purchase TTMEM.com full membership